ετερόρρυθμος

-η, -ο (Α ἑτερόρρυθμος, -ον και ιων. τ. ἑτερόρρυσμος, -ον)
αυτός που έχει ρυθμό διαφορετικό από τον συνηθισμένο ή διαφορετικό από τον ρυθμό ενός άλλου
νεοελλ.
1. αυτός που έχει διαφορετική μορφή, ο ανομοιόσχημος
2. φρ. α) «ετερόρρυθμη εταιρεία» — εταιρεία εμπορική στη διεύθυνση τής οποίας δεν μετέχουν όλοι οι συνέταιροι (ή μέτοχοι)
β) «ετερόρρυθμος εταίρος» — αυτός που δεν μετέχει στη διοίκηση τής εταιρείας και δεν ευθύνεται παρά μόνο για το ποσό τής συμμετοχής του σε αυτήν
αρχ.
(για τον σφυγμό) αυτός που δεν έχει κανονικό ρυθμό (δηλ. τον ρυθμό που αρμόζει στην ηλικία τού ασθενούς).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο-* + -ρυθμος < ρυθμός, πρβλ. εύ-ρυθμος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ετερόρρυθμος — η, ο 1. αυτός που έχει διάφορο ρυθμό. 2. (νομ.), όρος που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη νομική θέση των εταίρων μιας εταιρείας: Ετερόρρυθμη εταιρεία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἑτερορρύθμους — ἑτερόρρυθμος of different rhythm masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑτερόρρυθμοι — ἑτερόρρυθμος of different rhythm masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Types of business entity — Companies law Company  …   Wikipedia

  • Tipos de entidad empresarial — Hay muchos tipos de entidades empresariales definidos en los sistemas legales de varios países. Estos incluyen corporaciones, asociaciones, unipersonales y otros tipos especializados de organización. Algunos de estos tipos se enumeran a… …   Wikipedia Español

  • εταιρεία — (Νομ.). Σύμφωνα με τον ελληνικό Aστικό Kώδικα (Α.Κ.) είναι μια ιδιότυπη αμφοτεροβαρής σύμβαση, με την οποία δύο ή περισσότερα πρόσωπα αναλαμβάνουν μεταξύ τους την υποχρέωση να επιδιώξουν ένα κοινό σκοπό, καταβάλλοντας ίσες –αν δεν έχει οριστεί… …   Dictionary of Greek

  • ετερο- — α συνθετικό λέξεων τής Αρχαίας, Μεσαιωνικής και Νέας Ελληνικής με σημαντική παραγωγικότητα και τρεις κύριες σημασίες: α) «ο ένας από τούς δύο», σε αντίθεση με το αμφι * («και οι δύο») πρβλ. ετερομάσχαλος, ετερόστομος, ετερόφθαλμος κ.ά. β) «άλλος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.